Είστε εδώ

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΙΩΑΝ.ΤΣΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (1892-1911)

   O πατέρας του ονομαζόταν Γεωργιάδης και καταγόταν από τα Δολιανά Αρκαδίας αλλά από το 1830 είχε εγκατασταθεί και ασκούσε την ιατρική στη Βαμβακού Λακωνίας. Το 1836 διορίσθηκε ελ­ληνοδιδάσκαλος Βαμβακούς στην οποία έμεινε έως το 1842 και εν συ­νεχεία εγκαταστάθηκε στο χωριό Βουρλιά και κατέληξε στη Σπάρτη. Ο Εισαγγελεύς Τσιβανόπουλος γεννήθηκε στη Βαμβακού[1]. Κατά μήνα Μάιο 1858, σε ηλικία 20 ετών, αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και ανακηρύχθηκε διδάκτωρ αυτής με βαθμό «άριστα». Μετά από εξάμηνη άσκηση δικηγορίας στη Σπάρτη, το ίδιο έτος 1858, διορίσθηκε Αντεισαγγελεύς Πρωτοδικών Τριπόλεως και το επόμενο έτος, κατά μήνα Ιούνιο 1859, μετατάχθηκε στο δικαστικό κλάδο και διορίσθηκε Πρωτοδίκης Ναυπλίου. Το έτος 1864, ως Πρόε­δρος Πρωτοδικών, μετατέθηκε στο νεοσύστατο Πρωτοδικείο Κερκύρας. Κατά μήνα Φεβρουάριο 1868, σε ηλικία 30 ετών, προήχθη σε Εφέ­τη και του ανατέθηκε η διεύθυνση των εργασιών του Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά μήνα Ιούνιο 1877, σε ηλικία 39 ετών, προήχθη σε Αρεο­παγίτη. Τον Ιούνιο 1890 προάγεται σε Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου και την 19 Μαΐου 1892 προήχθη σε Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Τη θέση αυτή ελάμπρυνε επί μία εικοσαετία, μέχρι το Μάιο 1911 οπότε καταλήφθηκε από το νέο όριο ηλικίας (65ο) που εισήγαγε μεταβατική διάταξη του νέου Συντάγματος του 1911. Στην εισαγγελική έδρα τον διαδέχθηκε ο Ματθαίος Χατζάκος ο οποίος, κατά την πρώτη παρά­σταση του σε συνεδρίαση του Αρείου Πάγου, έπλεξε το εγκώμιο του προκατόχου του, λέγοντας και ότι «... τς ἀγορεύσεις καὶ τὰς γνώμας τουΤσιβανοπούλου διέκρινε βαθέως ἡ ἰδέα τῆς σκοπιμότητος, ἥτις, μη παρορῶσα τὸ σαφές γράμμα τοῦ νόμου, ἥρμοζεν αὐτό ἐν τοῖς ἀμφιβόλοις πρός τὰς ἀπαιτήσεις τῆς κοινωνικῆς ζωῆς... ἡ ἀκριβής γνῶσις, ἥν εἶχε, τῆς ἑλληνικής γλώσσης, ἔδιδεν εἰς τὸν λόγον αὐτοῦ ὕφος ἀπέριτ­τως καλλιτεχνικόν, ὁμοιάζον οἱονεί πρός στήλας Δωρικοῦ ρυθμοῦ, ἔνθα ἡ αὐστηρά χάρις συνενοῦται μετά τῆς ἁπλότητος»[2].

    Ο Πράτσικας[3], με αφορμή την απομάκρυνση του από την υπηρεσία, έγραψε ότι ο Τσιβανόπουλος «...μέ τήν ἀφιλονείκητον καί σπινθηροβό­λον Πελοποννησιακήν νοημοσύνην του, μὲ τὴν μόνον πρός ἀστραπήν δυναμένην νά παραβληθεῖ ἀκαριαίαν καὶ ἀσφαλή ἀντίληψίν του, μὲ τὴν ὡς βαρύ τοπομαχικόν πυροβολεῖον ἐμπεδωμένην κρίσιν του καὶ μὲ τὴν διαρκή ἀνά τάς ἐπιστημονικὰς τρίβους ἀναστροφήν του... ἀνύψωσε τὸ τέως σιωπηλόν καὶ ἀσθενικόν βῆμα τῆς ἀνωτάτης τοῦ κράτους εἰσαγγελίας εἰς εἶδος καὶ κάλλος... Ὅπως οἱ Ρωμαίοι λέγοντες πόλιν ἐννόουν τὴν Ρώμην, οὕτω καὶ οί μεταγενέστεροι λέγοντες Εἰσαγγελέα, θὰ ἐννοῶσι τὸν Δημοσθένην Τσιβανόπουλον ».

    Χωρίς να έχει σπουδάσει στο εξωτερικό είχε μάθει και μιλούσε άνετα την Ιταλική, Λατινική, Γαλλική και Γερμανική γλώσσα. Η πα­ρουσίαση της προσωπικότητας και του έργου του, όχι μόνο στον χώρο της Δικαιοσύνης και της νομικής επιστήμης αλλά και γενικότερα στον δημόσιο βίο της χώρας και τα γράμματα, δεν είναι δυνατόν να γίνει σε ένα αφιέρωμα, στις σελίδες του οποίου πρέπει να ενταχθούν η προσω­πικότητα και το έργο όλων τωνΕισαγγελέων του Αρείου Πάγου. Ανα­λυτική παρουσίαση του έργου του έκανε ο Α. Γεωργόπουλος[4] και ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών Φίλιππος Αγγελής σε διάλεξή του[5].

   Ενδεικτικώς όμως αναφέρομαι: 1) στην παραγγελία του προς τον Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας για την πειθαρχική δίωξη δικαστών του Πρωτοδικείου Βόλου διότι συνέταξαν απόφασή τους στη δημοτική γλώσσα, 2) στην επίμονη προσπάθειά του να εφαρμόσει τις περί παύ­σης των ανεπαρκών ή ηθικώς αναξίων δικαστικών λειτουργών διατάξεις, παρά την κωλυσιεργία που προέβαλε το Υπουργείο Δικαιοσύνης 3) στις απόψεις του για τα μέτρα που έπρεπε να λάβει η Πολιτεία για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του Αρείου Πάγου[6], 4) στη γνώμη του για την ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών, την επέκταση της ισοβιότητας στους εισαγγελικούς λειτουργούς και Ειρηνοδίκες και τη συμπλήρωση του θεσμού της ισοβιότητας με την ανάθεση των υπη­ρεσιακών μεταβολών τους σε Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο[7], 5) στις σκέψεις του περί της σημασίας των αιτιολογιών των δικαστικών απο­φάσεων και ιδία του Αρείου Πάγου, περί της αποστολής της Εισαγγε­λίας του Αρείου Πάγου, περί της ελευθερίας του τύπου και των ορίων του ελέγχου και της κριτικής των δικαστικών πράξεων.

Επανειλημμένως άσκησε αναίρεση υπέρ του νόμου και έφερε στην κρίση του Αρείου Πάγου γενικότερου ενδιαφέροντος νομικά ζητήματα, όπως: το ζήτημα ποινικής δίωξης βουλευτών άνευ αδείας της Βουλής, κατά τη διάρκεια των διακοπών της[8], το ζήτημα αν η παραβίαση των κανόνων του διεθνούς δικαίου αποτελεί λόγο αναίρεσης[9], το ζήτημα αν τα πάθη αποτελούν ή όχι λόγους αίροντες ή μειούντες τον καταλο­γισμό[10].

    Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η γνωμοδότηση του για τις σχέσεις δικα­στηρίων και διοίκησης[11]. Τις γνωμοδοτήσεις του επί σπουδαίων νομι­κών ζητημάτων συγκέντρωσε και εξέδωσε σε αυτοτελή τόμο ο Νικ. Βαλτινός, γραμματεύς της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Επιμόνως αρνήθηκε να αναλάβει το αξίωμα του Υπουργού Δικαιοσύνης που επα­νειλημμένως του προσφέρθηκε, όπως αρνήθηκε, μετά την αποχώρηση του από την Εισαγγελία, να είναι υποψήφιος βουλευτής. Ευχαρίστως όμως αποδέχθηκε να είναι, επί σειράν ετών, αντιπρόεδρος και πρόε­δρος της Αρχαιολογικής Εταιρείας και να εργασθεί για την ανάπτυξη των ιστορικών και αρχαιολογικών σπουδών. Ήταν φανατικός βιβλιό­φιλος και συλλέκτης αρχαίων δακτυλιολίθων και νομισμάτων. Τμήμα­τα της πλούσιας βιβλιοθήκης του δώρησε, εν ζωή, στην Εθνική Βιβλιο­θήκη, στη Βιβλιοθήκη της Βουλής, στη Βιβλιοθήκη της Αρχαιολογικής Εταιρείας και τον Δικηγορικό Σύλλογο Σπάρτης, τα δε εναπομείναντα βιβλία του άφησε, με διαθήκη του, στις φροντιστηριακές βιβλιοθήκες της Θεολογικής, της Νομικής και της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπι­στημίου Αθηνών.

    Τις πλούσιες συλλογές σπανίων αρχαίων σφραγιολίθων και νομι­σμάτων δώρησε, εν ζωή, στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και στο Νομισματικό Μουσείο Αθηνών. Ολόκληρη τη σημαντική περιουσία του άφησε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών για να ιδρυθεί «παθολογικόν νοσοκομεῖον... πρὸς νοσηλείαν ἐνδεών ἀσθενῶν». Για τον ίδιο σκοπό άφησε την περιουσία της και η πλούσια σύζυγος του Ελένη, το γένος Δημη­τρίου Θεοδωράκη από την Ύδρα (απογόνου αγωνιστών της επανά­στασης του 1821). Με το προϊόν της περιουσίας τους ιδρύθηκε και λει­τουργεί στο Αρεταίειο νοσοκομείο πτέρυγα με την επιγραφή «Νοσο­κομείου Δημοσθένη και Ελένης Τσιβανοπούλου ».

    Η Αρχαιολογική Εταιρεία, για τις προς αυτήν υπηρεσίες του, έστη­σε μαρμάρινη προτομή του εντός του μεγάρου της και ανέγραψε το όνομά του σε αναθηματική στήλη ευεργετών, το δε Πανεπιστήμιο Αθηνών τον κατέταξε στους ευεργέτες του, ανάρτησε την προσωπογραφία του στην αίθουσα της Συγκλήτου και ετίμησε τη μνήμη του σε επιμνη­μόσυνη δέηση κατά την οποία παρουσίασε την προσωπικότητα και το έργο του ο καθηγητής Δημήτριος Παπούλιας12.

    Ο Άρειος Πάγος, κατόπιν του από 31 Ιανουαρίου/5 Φεβρουαρίου 1934 ΠΔ/τος (ΦΕΚ α. 49), κατ’ εφαρμογήν δε του άρθρου 311 του προϊσχύοντος οργανισμού των Δικαστηρίων, ανήρτησε την εικόνα του στην αίθουσα συνεδριάσεων ως διατελέσαντος Εισαγγελέως του Αρεί­ου Πάγου «καὶ διαπρέψαντος διὰτῶν βαθυτάτων γνώσεων, τῆς πολυπειρίας, τῶν μεγάλων ἀρετῶν καὶ τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ».

    Είχε τιμηθεί με το παράσημο του Ανωτέρου Ταξιάρχου του Γεωργί­ου Α', με τον Σταυρό του Παναγίου Τάφου, από τη Γαλλική Πολιτεία με τον ανώτερο Ταξιάρχη της Λεγεώνος της Τιμής και από την Οθω­μανική αυτοκρατορία με τον ανώτερο Ταξιάρχη Οσμανιέ.

    Οι Δήμοι Αθηναίων και Αμαρουσίου έχουν δώσει το όνομά του σε οδούς. Ο Δικηγορικός Σύλλογος Σπάρτης έχει αναρτήσει την προσω­πογραφία του στην αίθουσα συνεδριάσεών του και σε συνεργασία με τον Δήμο Σπαρτιατών έχει στήσει την προτομή του παρά την είσοδο του Πρωτοδικείου Σπάρτης. Ο επίσης μεγάλος Εισαγγελεύς του Αρεί­ου Πάγου Ματθαίος Χατζάκος είχε την τύχη όχι μόνο να τον διαδεχθεί στην εισαγγελική έδρα αλλά και να τον αποχαιρετήσει νεκρόν, λέγο­ντας και τα εξής: « θεωρὼν τὸν βίον καὶ τὴν δράσιν τοῦ Δημοσθέ­νους Τσιβανοπούλου θὰ ἐκπλαγῆ πρὸ τοῦ φαινομένου πνευματικῆς δροσερότητος καὶ ἀκμῆς. Τρεῖς κυρίως ἀρεταί διέκρινον τὸν Τσιβανόπουλον, νομική κρίσις ἀσφαλής, πνεῦμα νομικόν εὐρύ καὶ ἐλεύθερον προλήψεων καὶ διατύπωσις λόγου ἀρτία... Ὁ Τσιβανόπουλος, εἶχε τὴν ἀρετήν ὅτι, δίδων εἰς τὰς λεπτομερείας τὴν ἀνήκουσαν προσοχήν, δὲν ἀφίστατο τῆς γενικῆς τοῦ νόμου ἐννοίας. Ἐπὶ πᾶσιν ἡ διατύπωσις τοῦ λόγου του ἦτο ἀληθῶς ἀριστοτεχνική. Τὸ ἦθος ἀντικατέστησε τὸ πά­θος...»13 έκλεισε δε τον επικήδειο λόγο του εκφράζων την ελπίδα ότι στο πρόσωπο του Τσιβανόπουλου «...δὲν θὰ κλείση ἡ σειρὰ τῶν μεγά­λων εἰσαγγελέων τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι μία υπάρχει ἄνευ φθόνου νίκη, εἷς ὑπάρχει θρίαμβος ἀδάκρυτος, τὸν ὁποῖον καὶ οἱ ἀπελθόντες θὰ ηὔχοντο, ὁ θρίαμβος τῶν νεωτέρων ἀπέναντι τῶν παλαιῶν...».

 

 




[1] Φ. Κουκουλές, Ιστορία της Βαμβακούς, σελ. 58 εκ.
[2] Θέμις, ΚΒ', σελ. 305.
[3] Θέμις, KB', σελ. 178. επ.
[4] Θέμις, ΛΒ΄ αρθμ. 18 παράρτημα.
[5] Διαλέξεις περιόδου 1961-1962, Αθήναι 1963, έκδοση ΔΣΑ.
[6] «Εφημερίς» αριθ. 74/15-3-1889.
[7] Θέμις, ΣΤ΄, 1895, σελ. 31.
[8] Θέμις IB', σελ. 498 επ.
[9] Θέμις, Δ', 1893, σελ. 390.
[10]Ολομ. Α.Π. 6 και 7/1901 και 151/1902.
[11]Θέμις, ΙΑ', σελ. 546 επ.
[12]Λόγος επιμνημόσυνος, Έκδοση Πανεπιστημίου Αθηνών, εν Αθήναις 1921.
[13]Θέμις, ΛΒ΄, σελ. 287 επόμ.