Παναγιώτης Μιχ. Θεράπος *

1970 – 1974

Γεννήθηκε στο Λάγιο Λακωνίας. Το 1923 αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με βαθμό άριστα. Το 1935 εισήλθε στο δικαστικό σώμα. Εφέτης το 1955, προήχθη σε Αντεισαγ­γελέα του Αρείου Πάγου το 1967 και σε Εισαγγελέα το 1970, αφού προηγουμένως, με το ν.δ. 554/1970 τροποποιήθηκε το άρθρο 24§5 του κ.ν. 3641/1957 και απέκτησε τα τυπικά προσόντα προαγωγής του σε Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Δυνάμει του άρθρου 3 της υπ’ αριθμ. 4/5-9-1974 Σ.Π. «περί αποκαταστάσεως της τάξεως και ευρυθμίας εν τη Δικαιοσύνη», η προαγωγή του σε Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ανακλήθηκε αυτοδικαίως και επανήλθε στη θέση του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου που κατείχε πριν από την 21-4-1967. Κατά τη συ­ζήτηση, ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για την επικύρω­ση του Δημοψηφίσματος του έτους 1973, υποστήριξε το κύρος του Δη­μοψηφίσματος περί μεταβολής της μορφής του κατά το Σύνταγμα 1968 πολιτεύματος της βασιλευομένης δημοκρατίας εις προεδρική δη­μοκρατία[1] .

Διετέλεσε Υπουργός Δημόσιας Τάξης κατά το από 8-10 έως 24-11-1973 χρονικό διάστημα της δικτατορικής περιόδου. Μετά την κατάρ­ρευση της δικτατορίας, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 6 και 10 της ως άνω Σ.Π., παραπέμφθη ενώπιον του κατά το άρθρον 111 του Συντάγ­ματος του 1952 ανώτατου πειθαρχικού συμβουλίου το οποίο, με την υπ’ αριθμ. 2/1975 απόφασή του, επέβαλε σ αυτόν την πειθαρχική ποι­νή της οριστικής παύσης διότι: 1) ανέλαβε και άσκησε καθήκοντα Υπουργού Δημόσιας Τάξης της δικτατορικής κυβέρνησης και 2) κατά την εκδίκαση αίτησης αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 496/1970 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου[2], αφ’ ενός μεν δεν απέσχε από τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, καίτοι ενα­ντίον του είχε υποβληθεί αίτηση εξαιρέσεως και από την έκβαση της δίκης (παραδοχή της αναιρέσεως) επηρεαζόταν η δική του προαγωγή σε Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αφ’ ετέρου δε υποστήριξε ότι είναι ανυπόστατη η υπ’ αριθμ. 1825/1969 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ, με την οποία είχε κριθεί άκυρη η απόλυση των δυνάμει της ΚΔ΄/1968 Σ.Π. απολυθέντων δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών. Κατά της αποφάσεως 2/1975 του Α.Π.Σ. άσκησε αίτηση ακυρώσεως η οποία όμως απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 1981/1976 απόφαση του ΣτΕ ως στρεφόμενη απαραδέκτως κατά πράξεως οργάνου που εντάσ­σεται στο πλαίσιο της δικαστικής οργάνωσης της πολιτείας. Ως Υπουργός Δημόσιας Τάξης κατά την εξέγερση του Πολυτεχνείου (17 Νοεμβρίου 1973), κατηγορήθηκε, μετά τη μεταπολίτευση, ως «αρνητι­κός» (διά παραλείψεως)συνεργός αστυνομικών οι οποίοι, χρησιμοποιηθέντες προς καταστολή της λαϊκής εξέγερσης, κατηγορήθησαν ότι από πρόθεση είχαν τελέσει τρεις ανθρωποκτονίες. Από την αποδοθείσα σ’ αυτόν κατηγορία αθωώθηκε με την υπ’ αριθμ. 418/1976 απόφασή του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Κατά τα έτη 1964 και 1962, ως εφέτης, είχε μετάσχει στις συνε­δριάσεις της Διεθνούς Ενώσεως Δικαστών κατά τις οποίες συζητήθη­καν θέματα αναφερόμενα στο καταστατικό δίκαιο της Ε.Ο.Κ. Εδημοσίευσε πολλές μελέτες σε νομικά περιοδικά και συνέγραψε τα βιβλία: «Η κατάχρησις δικαιώματος», “H απαγόρευσις καταχρήσεως δικαι­ώματος και αι συνέπειαί της», «Το άρθρο 281 του Αστικού Κώδικος», «…Προς την Ιθάκην»και «Η ουσία του Δικαίου και η Τεχνολογία της Αποκαλύψεώς του».

 

* βλ.  “Η Εισαγγελία” του Παναγιώτη Γ.Δημόπουλου, Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου ε.τ. , β΄έκδοση σελ.197

[1] Υπ’ αριθμ. 753/13.8.1973 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου.

[2] Ποιν. Χρ. ΚΑ΄ σελ. 48 επόμ.

 ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ (c) 2022-23        Ανάπτυξη Ιστοσελίδας  LAWNET Α.Ε.